Για τη γνωστική σύλληψη του ορθόδοξου χορικού
του καθηγ. δρ. Rudolf Brandl, Ινστιτούτο Μουσικολογίας του Πανεπιστημίου Γκέτινγκεν
Μία από τις μεγαλύτερες παρεξηγήσεις της σημερινής εποχής είναι ο ισχυρισμός ότι η μουσική είναι τέχνη που κατανοείται αφελώς παντού και σε όλους τους πολιτισμούς. Το ορθό είναι μάλλον ότι η κατάλληλη κατανόησή της αποτελεί πάντοτε μέρος της πολιτισμικής κοσμοεικόνας. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για κάθε είδος λειτουργικής μουσικής, η οποία μπορεί να κατανοηθεί σωστά μόνο από την εκάστοτε θρησκευτική σύλληψη. Το παρόν CD [Μεγάλος Εσπερινός] περιέχει μια ιδιαίτερη μορφή χριστιανικής εκκλησιαστικής ψαλμωδίας, έναν γερμανικό ορθόδοξο χορικό, ο οποίος από ιστορική άποψη “δημιουργήθηκε πρόσφατα”, αλλά οικοδομείται πάνω στις αρχαιότερες χριστιανικές παραδόσεις. Οι ρίζες του βρίσκονται κυρίως στις βυζαντινές μοναστηριακές παραδόσεις του Αγίου Όρους, αλλά λαμβάνει υπόψη και τη γρηγοριανή και προτεσταντική παράδοση. Για να κατανοηθεί σωστά αυτός ο χορικός, είναι χρήσιμες μερικές εισαγωγικές γενικές παρατηρήσεις για τη θρησκευτική σύλληψη της ορθόδοξης χριστιανικής αντιλήψεως της μουσικής.
Η ορθόδοξη εκκλησιαστική ψαλμωδία δεν είναι ούτε “απόλυτο μουσικό έργο τέχνης” ούτε υποκειμενική έκφραση ενός συνθέτη, αλλά προβολή σωτηριολογικά ενεργού λατρευτικού γεγονότος, γεννημένη από θεία αποκάλυψη, η οποία αίρει την ιστορική αιτιότητα και τη συνηθισμένη έννοια του χρόνου, πριν και μετά, μέσα στην αχρονία, δηλαδή την παρουσία, της Λειτουργίας. Η ψαλμωδία ως ηχώ της θείας ωραιότητας “εμπνέεται”, δηλαδή μεταδίδεται, σε προφήτες, αγίους και ευσεβείς καλλιτέχνες από το Άγιο Πνεύμα, spiritus, pneuma, στο στάδιο οραματικής συγκινήσεως, και γι’ αυτό είναι και η ίδια σε κάποιο βαθμό ιερή.
Από την ανάπτυξη της πολυφωνίας από τον Μεσαίωνα, το όργανο της Notre-Dame, έως σήμερα, στην Κεντρική Ευρώπη μεταβλήθηκε η προερχόμενη από την αρχαιότητα γνωστική σύλληψη της αδιάσπαστης ενότητας λόγου και μουσικής τόσο στην καθολική παράδοση του γρηγοριανού χορικού όσο και στην προτεσταντική εκκλησιαστική ψαλμωδία, τον χορικό του Λούθηρου. Ιερό και ενεργό έμεινε μόνο το κείμενο, στη γραφή και στην ομιλία, ως προσευχή και μυστηριακή λεκτική πράξη. Η μουσική είναι απλή “μελοποίηση”, αισθητική και ηθική ανύψωση κατά καθαρά μουσικούς κανόνες. Το μέλος είναι κάτι προστιθέμενο, το οποίο μπορεί κανείς, χωρίς να θίξει τη λειτουργική αποτελεσματικότητα, στη λεγόμενη λατρεία του λόγου, ακόμη και να παραλείψει.
Σε αντίθεση προς αυτό βρίσκεται η γνωστική σύλληψη της ορθόδοξης χορικής παραδόσεως: ο θείος Λόγος, η “πνοή της θείας αναπνοής” (Πνεύμα) στον ήχο του λόγου, δηλαδή στη μορφή που είναι ακόμη πιο προσιτή στον ατελή άνθρωπο, είναι ο λόγος ως ήδη πάντοτε μουσικός ήχος, ουράνια αρμονία και πρωταρχικός ήχος, ίσον, που με τη σειρά του “γεννά” το μέλος. Η μουσική και η ψαλμωδία γεννιούνται άλλωστε ως “δονήσεις του αέρα”. Η λειτουργική λεκτική πράξη, όχι το γραπτό κείμενο, ως Λόγος είναι πάντοτε και μουσική: αυτή δεν είναι απλώς προσαρμογή της μελωδίας στον ρυθμό του λόγου και στην αγωγή. Ο λεκτικός και ο μουσικός ρυθμός σχηματίζουν μάλλον αδιάσπαστη ενότητα, όπως η “τέλεια” ομιλία είναι πάντοτε και ψαλλόμενη μελωδία. Όταν ο αρχαίος Ορφέας στη βυζαντινή εικονογραφία νοείται ως σύμβολο του Χριστού, πρόκειται ακριβώς για αυτή τη “μαγεία” της ψαλμωδίας ως τέλειας ενότητας μουσικής και ενεργού λόγου, που κινεί κάθε ζωντανό και νικά τον θάνατο.
Το τονικό σύστημα των ορθόδοξων Εκκλησιών δεν βασίζεται στο σύστημα μείζονος-ελάσσονος, αλλά στις οκτώ τροπικές κλίμακες της Οκτωήχου, τέσσερις αυθεντικές και τέσσερις πλάγιες, καθώς και στον λέγετο, μια παραλλαγή του τετάρτου ήχου. Καθεμία εκφράζει ορισμένο ήθος, βασική πνευματική διάθεση. Η επιλογή του τρόπου, ήχου, για τους βυζαντινούς χορικούς συνθέτες δεν είναι ζήτημα γούστου, αλλά απορρέει από αυτή τη θεολογική σύλληψη, επηρεασμένη από τη (νεο)πλατωνική σκέψη.
Η “μονόφωνη” ψαλτική μελωδία σημειώνεται έως σήμερα με νεύματα, γραφικά σημεία από γραμμές, άγκιστρα και τελείες. Δεν παρουσιάζει θέματα ή μοτίβα με τη δυτική έννοια, αλλά είναι οργανωμένη τονικά στον χώρο, δηλαδή προσανατολίζεται σε προεξέχοντες κύριους φθόγγους, τους τροπικούς σκελετικούς φθόγγους του ήχου, γύρω από τους οποίους κινούνται γειτονικοί φθόγγοι, μελίσματα, και σχηματίζουν γραμμικά-αρμονικά ισορροπημένα, ευρύχωρα μελωδικά τόξα. Δημιουργούν στον ακροατή μια εσωτερική ψυχική δομή χώρου-χρόνου, άρση του πριν και μετά, την υπερβαίνουν σε μεταφυσικές περιοχές και έτσι απεικονίζουν στην ακουστική εμπειρία έναν επέκεινα κόσμο. Η αισθητική ενέργεια προκύπτει από τη δισδιάστατη σύνθεση μελωδικών σχημάτων, νευμάτων, που περιστρέφονται γύρω από ένα τονικό επίπεδο, και από την αυστηρή αρχιτεκτονική αυτής της διαστάσεως των τονικών επιπέδων μέσα στη φαινομενική μονοφωνία. Την πορεία της διασαφηνίζει από τον 12ο αιώνα το μεταβαλλόμενο ίσον, ο κρατημένος φθόγγος που ψάλλεται από τον χορό και του οποίου η εκτέλεση παραδίδεται προφορικά. Το ίσον δεν είναι αρμονική-ισοκρατική συνοδεία, αλλά γραμμική υπογράμμιση και ηχητικός εμπλουτισμός των σκελετικών φθόγγων της μελωδίας. Και ο χορός που ψάλλει το ίσον συμβολίζει στη Λειτουργία την unio mystica, την ηχητική περιβολή και ένωση της “κοινότητας των αγίων” με τον Λόγο, τη μελωδική ανάπτυξη της θείας κηρύξεως, του Λόγου ως λειτουργικής λεκτικής πράξεως, από τον προψάλτη, τον Πρωτοψάλτη, που είναι “κήρυκας” και έτσι ο ίδιος τελετουργός.
Με αυτή την έννοια ο Γερμανικός Ορθόδοξος Χορικός δεν είναι απλή “μελοποίηση” λειτουργικού κειμένου, αλλά η “τέλεση” του εμπνευσμένου σωτηρίου μηνύματος στην ολιστική ηχητική μορφή του, κατάλληλα ακουστή στον άνθρωπο.