Φυσική τονικότητα

Ο Γερμανικός Χορικός ψάλλεται ιδανικά σε φυσική τονικότητα. Δεν χρησιμοποιούνται οι συγκερασμένες βαθμίδες, όπως βρίσκονται στο πιάνο, αλλά εκείνες που προκύπτουν φυσικά ως αρμονικές ή συνδυαστικοί τόνοι από έναν βασικό φθόγγο. Πίσω από αυτό βρίσκεται η σκέψη ότι η λατρευτική ψαλμωδία της Εκκλησίας πρέπει όσο γίνεται να αντιστοιχεί στο ουράνιο αρχέτυπο και να ακολουθεί τη θεία σκέψη. Γι’ αυτό δεν χρησιμοποιούνται οι τεχνητές βαθμίδες του σύγχρονου συγκερασμένου τονικού συστήματος, αλλά εκείνες που ο ίδιος ο Θεός δημιούργησε. Έτσι η ιερή ψαλμωδία εντάσσεται τέλεια στην αρμονία του παντός και γίνεται σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό αντίλαλος της ψαλμωδίας των αγγέλων στο άνω αγιαστήριο.

Προερχόμενο από την παράδοση της βυζαντινής εκκλησιαστικής ψαλμωδίας, το τονικό σύστημα του Γερμανικού Χορικού ήταν εξαρχής φυσικά τονικό. Τα εγχειρίδια του βυζαντινού χορικού δίνουν για τους επιμέρους εκκλησιαστικούς ήχους αντίστοιχα μέτρα τονικών βημάτων. Έτσι διακρίνουν, για παράδειγμα, μεγάλο, μικρό και υπέρμετρα ευρύ τόνο, καθώς και ημιτονικά βήματα διαφορετικής ευρύτητας. Αυτό το τονικό σύστημα υιοθετήθηκε αρχικά άμεσα για τον Γερμανικό Χορικό το 1985.

Τα μέτρα των τονικών βημάτων μετρώνται σε λύττ (ελλ.: tmémata). Η οκτάβα διαιρείται ανάλογα με τη σχολική παράδοση σε 68, 70, 71 ή 72 λύττ· το εύρος των διαστημάτων, δηλαδή των τονικών βημάτων, δίνεται κατόπιν σε λύττ. Τέτοιοι “χάρακες για διαστηματικά μέτρα” ήταν συνηθισμένοι ήδη στην αρχαιότητα και, όσο γνωρίζουμε, εισήχθησαν πρώτα από τους Πυθαγορείους. Ωστόσο οι ενδείξεις αυτές χρησίμευαν μόνο για χονδρικό προσανατολισμό. Οι ακριβείς τιμές προκύπτουν μόνο από τις σχέσεις των μηκών κύματος σε φυσικά ηχητικά σώματα. Για τον υπολογισμό τους και ως πειραματικό και διδακτικό όργανο οι Πυθαγόρειοι χρησιμοποιούσαν το μονόχορδο, απλό ξύλινο κιβώτιο με μία τεντωμένη χορδή, η οποία με κινητό καβαλάρη μπορεί να διαιρεθεί σε ακριβώς μετρήσιμα τμήματα. Οι σχέσεις των μηκών της χορδής αντιστοιχούν στις φυσικές σχέσεις των μηκών κύματος και μπορούν να παρασταθούν με απλά κλάσματα ακέραιων αριθμών.

Οι Πυθαγόρειοι υποστήριζαν και τη διδασκαλία της παν-αρμονίας, κατά την οποία στους αρμονικούς νόμους της μουσικής αντανακλώνται οι νόμοι μορφώσεως της κτίσεως, ο Θεός τα έχει όλα έτσι διατάξει και ο άνθρωπος με αντίστοιχη μουσική άσκηση μπορεί να ενταχθεί σε αυτή την αρμονία και να αποκτήσει αντίστοιχο ήθος και πνευματική συνείδηση. Η μουσική εκπαίδευση στην αρχαιότητα θεωρούνταν ψυχική και πνευματική παιδεία· με την ακρόαση και το άσμα ορισμένων ήχων και μελωδιών μπορούσαν να επικληθούν πνευματικές δυνάμεις και η ψυχή παροτρυνόταν σε άνοδο προς τους πνευματικούς χώρους, που απεικονίζονταν με τις πλανητικές σφαίρες. Στους νεότερους χρόνους αυτές οι σχέσεις απορρίφθηκαν ως μη επιστημονική μεταφυσική εικασία. Μόνο σήμερα, αφού η κοσμοεικόνα της νεωτερικότητας κλονίστηκε βαθιά από την ανακάλυψη των νόμων της κβαντικής φυσικής και από περαιτέρω εξελίξεις των φυσικών επιστημών, αναβίωσε μια επιστημονική αρμονική που ασχολείται κυρίως με φυσικά, βιολογικά, υποατομικά και μαθηματικά ζητήματα και τη φιλοσοφική τους αποτίμηση.

Σημαντικοί πρώιμοι Πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Κλήμης Αλεξανδρείας, ήταν φυσικά μορφωμένοι πυθαγορείως, και η διδασκαλία της παν-αρμονίας ήταν, κατά κάποιον τρόπο, κοινό κτήμα της πρώτης χριστιανοσύνης. Από τον άγιο Αθανάσιο Αλεξανδρείας προέρχεται η όμορφη παρομοίωση που παρουσιάζει τον Θεό ως λυρωδό, ο οποίος με την κτίση του παίζει σαν σε λύρα την πιο θαυμαστή μουσική και έτσι διατηρεί τα πάντα σε τέλεια και ζωντανή αρμονία. Επειδή η περιοχή που είναι ακουστή σε εμάς τους ανθρώπους αποτελεί μόνο μικροσκοπικό τμήμα αυτής της συνολικής παν-αρμονίας, αλλά οι νόμοι που αναγνωρίζονται εκεί ισχύουν γενικά ως νόμοι μορφώσεως της κτίσεως, μιλούσαν και για “κρυφή” αρμονία (harmonia aphanés).

Ωστόσο υπήρξαν ήδη νωρίς προσπάθειες να απλοποιηθεί, να “ομογενοποιηθεί” το τονικό σύστημα απέναντι στα φυσικά δεδομένα. Αυτό που δόθηκε από τον Θεό ως άμεση θέαση, ή καλύτερα ακρόαση, του κόσμου, μειώθηκε σε αφηρημένο σύστημα, με αποτέλεσμα η συνείδηση του ανθρώπου να απομακρυνθεί από την πραγματικότητα της φύσης και ακόμη περισσότερο από την αρχετυπική πραγματικότητα. Έτσι ήδη ο Αριστόξενος ο Ταραντίνος δημιούργησε μια πρώτη “αρχαία συγκερασμένη” διάταξη, που εξάλειψε τις φυσικές διαφορές μεταξύ των βαθμίδων και όρισε τεχνητές, αφηρημένες βαθμίδες, οι οποίες στη φύση δεν εμφανίζονται έτσι πουθενά, αλλά υπολογιστικά είναι πολύ απλούστερες στη χρήση. Ο Αριστόξενος διαίρεσε την οκτάβα σε 72 λύττ, έτσι ώστε προκύπτουν 12 ίσα ημιτόνια με εύρος 6 λύττ το καθένα· υπάρχει τότε μόνο ένας τόνος ακριβώς 12 λύττ. Αυτό αντιστοιχεί ήδη πλήρως στο σύγχρονο συγκερασμένο τονικό σύστημα, διότι 6 αριστοξενικά λύττ ισούνται με 100 cent της σύγχρονης τεχνικής μονάδας μέτρησης.

Μετά τον Αριστόξενο, στους βυζαντινούς χρόνους εγκαταλείφθηκε η παραγωγή των μέτρων των τονικών βημάτων από τα φυσικά διαστήματα. Παρ’ όλα αυτά στην πράξη οι αληθινές φυσικές βαθμίδες εξακολούθησαν και εξακολουθούν να ψάλλονται, διότι η πρακτική εκπαίδευση μουσικών και ψαλτών γινόταν πάντοτε “από στόμα σε αυτί”. Στη βυζαντινή μουσική θεωρία εισήλθαν και άλλες παραδόσεις, όπως το μουσικό σύστημα του Αλεξανδρινού πανεπιστήμονα Πτολεμαίου. Έτσι στη βυζαντινή μουσική θεωρία, σύμφωνα με τη σχολή που προέρχεται από τον Πτολεμαίο, εξακολουθούν να διακρίνονται μικρός, μεγάλος και υπέρμετρα ευρύς τόνος, καθώς και ημιτόνια διαφορετικής ευρύτητας, όπως αντιστοιχεί στις φυσικές σχέσεις. Μόνο από τη δεκαετία του 1980 υπάρχουν εγχειρίδια βυζαντινής εκκλησιαστικής ψαλμωδίας που παρουσιάζουν και καθαρά συγκερασμένες παραλλαγές των εκκλησιαστικών ήχων, αλλά μόνο ως “δευτερεύουσα μορφή”.

Και στη Δυτική Ευρώπη έως την εποχή του μπαρόκ ασχολούνταν διαρκώς με ζητήματα λεπτής κουρδιστικής, δηλαδή εντονισμού, και ανέπτυξαν τα πιο διαφορετικά συστήματα κουρδίσματος, έως ότου τον 18ο αιώνα επικράτησε γενικά ο ίσος συγκερασμός. Η γρηγοριανή ψαλμωδία έως τα ύστερα μεσαιωνικά χρόνια ψαλλόταν ακόμη με φυσική λεπτή εντονιστική, που ονομαζόταν πυθαγόρεια και πράγματι ανάγεται μέσω του Βοηθίου σε αρχαίες πηγές. Αργότερα όμως ο γρηγοριανός χορικός προσαρμοζόταν αυτόματα στα συνηθισμένα συστήματα κουρδίσματος της κάθε εποχής και από τον 19ο αιώνα έως σήμερα ψάλλεται με βάση το συγκερασμένο τονικό σύστημα.

Για να αγκυρωθεί το μουσικό σύστημα του Γερμανικού Χορικού με σαφήνεια στη θεόδοτη φυσική τονικότητα και συγχρόνως να τεθεί σε στέρεη επιστημονική βάση, οι πατέρες του Μπούχχαγκεν υπολόγισαν μαθηματικά τα εύρη των φυσικών διαστημάτων με βάση τις σχέσεις των μηκών των χορδών, όπως ήταν συνηθισμένο από τους Πυθαγορείους έως τον Πτολεμαίο. Οι υπολογισμοί αυτοί περιέλαβαν όλα τα φυσικά διαστήματα που προκύπτουν από τους πρώτους 64 μερικούς τόνους. Πρόκειται ήδη για πάνω από 700 φυσικές βαθμίδες μέσα στην οκτάβα. Αυτές εξετάστηκαν κατόπιν σε εντατικές ηχητικές μελέτες ως προς την αναγνωρισιμότητα και την μουσική-ψυχική τους επίδραση και αξιολογήθηκαν. Πάνω σε αυτή τη βάση, ξεκινώντας από τα εκκλησιαστικά παραδεδομένα χαρακτηριστικά και τις ποιότητες που περιγράφονται στην αρχαία μουσική θεωρία, καθορίστηκαν με τη μεγαλύτερη ακρίβεια οι βαθμίδες και των οκτώ εκκλησιαστικών ήχων και δημιουργήθηκαν αντίστοιχα μοντέλα κλιμάκων. Θα μπορούσε κανείς να ονομάσει αυτή την εργασία “εφαρμοσμένη αρμονική”.

Φυσική τονικότητα

Βάση της αρμονικής είναι οι φυσικοί νόμοι της σειράς των αρμονικών, που βρίσκουν αντιστοιχία σε διάφορους τομείς του μικρο- και μακρόκοσμου. Αρμονικές ονομάζονται οι μερικές ταλαντώσεις που προκύπτουν από μια βασική ταλάντωση, τον βασικό φθόγγο. Η σειρά των αρμονικών αναπτύσσεται σε ακέραιες σχέσεις. Έτσι κάθε φυσικό διάστημα μπορεί να παρασταθεί με κλάσμα ακέραιων αριθμών. Για τη μουσική θεωρία το κλάσμα αυτό αποτελεί συγχρόνως την τιμή του αντίστοιχου τονικού διαστήματος ή βήματος. Έτσι, για παράδειγμα, η οκτάβα έχει διαστηματική τιμή, σχέση μήκους χορδής, 1/2, η πέμπτη 2/3, η λυδική τρίτη 4/5, η αιολική έκτη 5/8, η φρυγική έκτη 8/13, η μικρή δευτέρα 9/10, η πυθαγόρεια δευτέρα 8/9, η δωρική δευτέρα 7/8 και ούτω καθεξής.

Οι πίνακες των εκκλησιαστικών ήχων περιέχουν, εκτός από τη γραφική παράσταση και τις ενδείξεις για το εύρος των διαστημάτων, και τις διαστηματικές τιμές, ώστε κάθε βαθμίδα, ιδωμένη από τον βασικό φθόγγο, να μπορεί να καθοριστεί μαθηματικά με σαφήνεια και να ερμηνευθεί και αξιολογηθεί αριθμοσυμβολικά. Το εύρος του διαστήματος δίνεται, όπως στα παραδοσιακά βυζαντινά μουσικά εγχειρίδια, σε αντίστοιχο διαστηματικό μέτρο. Ενώ οι Πυθαγόρειοι διαιρούσαν την οκτάβα σε 71 λύττ, τα βυζαντινά εγχειρίδια χρησιμοποιούν διαιρέσεις σε 68 ή 72 λύττ. Για τον Γερμανικό Χορικό, όχι τελευταία για αριθμοσυμβολικούς λόγους, τέθηκε ως βάση η διαίρεση της οκτάβας σε 70 λύττ.

Όταν οι ψάλτες ψάλλουν στην αντίστοιχη λεπτή εντονιστική, ο χαρακτήρας των επιμέρους εκκλησιαστικών ήχων εμφανίζεται πολύ καθαρότερα από όσο θα ήταν ποτέ δυνατό στον συγκερασμό. Επειδή σε κάθε βαθμίδα προκύπτουν διαφορετικές τριάδες, με εν μέρει διαφορετικά ευρείες πέμπτες και διαφορετικές ποιότητες τρίτων, δημιουργούνται απίστευτα πλούσιες χρωματικές αξίες. Έτσι η ψαλμωδία στην αρχή ακούγεται ασυνήθιστη, αλλά τελικά αποκτά κανείς ήχους υπερβόρειας καθαρότητας και δύναμης.

Η εκμάθηση των φυσικών διαστημάτων απαιτεί κάποια άσκηση. Ως βοήθημα προσφέρουμε ένα πρόγραμμα υπολογιστή, δυστυχώς μόνο για Windows, με το οποίο μπορεί κανείς να υπολογίζει και να ακούει φυσικά διαστήματα. Περιέχει τον προαναφερθέντα κατάλογο φυσικών βαθμίδων με επεξηγηματικές σημειώσεις, καθώς και πίνακες με τις βαθμίδες όλων των εκκλησιαστικών ήχων και δύο πίνακες για ασκήσεις ακουστικής αγωγής. Εναλλακτικά μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει τα προγράμματα “Scala” ή “Pianotec” και να εισαγάγει εκεί τις αντίστοιχες τιμές. Για περαιτέρω ενδιαφέρον μπορεί κανείς να απευθυνθεί στους μοναχούς της Μονής της Αγίας Τριάδος.

☞ Εγχειρίδιο

  • Η οδός προς τη φυσική λατρευτική ψαλμωδία
  • Το μουσικό σύστημα της γερμανικής ορθόδοξης εκκλησιαστικής ψαλμωδίας.
  • Οι πνευματικές και ιστορικές προϋποθέσεις της γερμανικής ορθόδοξης εκκλησιαστικής ψαλμωδίας.
  • Η συμβολική και η αρμονική δομή των αρμονικών στη γερμανική ορθόδοξη εκκλησιαστική ψαλμωδία.



Εργαλεία εργασίας